skip to main content
homepage

Μαχαιράδες και Μαχαιράδικα στην πόλη των Χανίων

Αναπόσπαστο κομμάτι της Κρητικής φορεσιάς αλλά και της ενσυνείδητης υπόστασης του Κρητικού, το μαχαίρι υπήρξε ένα αγαπημένο αντικείμενο, όχι μόνο σαν χρήσιμο εργαλείο, αλλά και ως τιμημένο όπλο στις δύσκολές ώρες της Κρήτης.
Από τη Μινωϊκή εποχή το μαχαίρι ήταν σύμβολο ανδρείας και η χρήση του δεν διέφερε και πολύ από τη μεταγενέστερη και σύγχρονη. Αποδείξεις για αυτό, τα ευρήματα κατά τις ανασκαφές σε όλο το Νησί, τόσο αυτούσια, όσο και ενσωματωμένα σε ειδώλια, όπως το γνωστό ειδώλιο από τη Σητεία, με το «φάσγανο» στη μέση.
Υπάρχουν γραπτές μαρτυρίες για τη χρησιμοποίησή του μαχαιριού για πολεμικούς σκοπούς και στο Μεσαίωνα, ειδικά στην Επανάσταση των Ψαρομηλίγκων, το 14ο αιώνα.
Την εποχή της Βενετοκρατίας ακόμη υπήρχαν μαχαιράδικα στο Ηράκλειο, ενώ από την εποχή της Τουρκοκρατίας, μετά το 1669 δηλαδή η τέχνη της κατασκευής των μαχαιριών ανθεί και στα Χανιά. Οι πρώτοι τεχνίτες ήταν τούρκοι, γρήγορα όμως εμφανίσθηκαν και Κρητικοί τεχνίτες που ειδικεύθηκαν και δημιούργησαν εξαιρετικά δείγματα της τέχνης τους.

Τόσο στο Ηράκλειο, όσο και στα Χανιά οι γειτονιές που μαζεύτηκαν και δούλευαν οι μαχαιροποιοί ονομάστηκαν Μπιτσαξίδικα - από τη λέξη «μπιτσάκ», ένα είδος μαχαιριού της Μέσης Ανατολής.
Στα Χανιά άλλωστε υπήρχαν οι γειτονιές και οι δρόμοι με τους διάφορους τεχνίτες, των οποίων οι ειδικότητες είχαν δώσει και τις ανάλογες ονομασίες στις περιοχές : Μπιτσαξίδικα, Παπλωματάδικα, Στιβανάδικα, Σχοινοπλοκάδικα, Ντερμιτζίδικα - ονομασίες που (εκτός ελαχίστων) έχουν πια σχεδόν ξεχαστεί.

Οι Χανιώτες μαχαιράδες εγκαταστάθηκαν ακριβώς δίπλα στο βυζαντινό τείχος, στη μικρή τάφρο που χώριζε παλιαότερα το Καστέλλι από την υπόλοιπη πόλη η οποία προφανώς είχε διατηρηθεί και κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας.
Τα δύο επίπεδα του δρόμου πριν τους Γερμανικούς βομβαρδισμούς έφθαναν μέχρι την οδό Δασκαλογιάννη. Μέχρι τη δεκαετία του 1960 σωζόταν ακόμη η ανατολική πύλη του τείχους, έχουμε μάλιστα απεικονίσεις των πυλών αυτών τόσο στα αντολικά του καστελιού, όσο και στα δυτικά. Κάποια κτίρια που ανεγέρθηκαν επί τουρκοκρατίας πάνω στο τείχος ή γύρω από αυτό, υφίστανται ακόμη.
Τα κτίρια που χτίστηκαν στην μικρή τάφρο, έγιναν κατοικίες ή εργαστήρια των μαχαιροποιών και από τις δυο πλευρές του δρόμου που άρχιζε από το Συντριβάνι, τέμνονταν από τη σημερινή οδό Δασκαλογιάννη και συνέχιζε μέχρι σχεδόν τη Σαμπιονέρα, την Πύλη της ΄Αμμου.

Σώθηκαν χαρτογραφήσεις και σχέδια του τείχους κι οι αρχαιολόγοι ξέρουν πια τη διαχρονική διαδρομή του στον ιστό της πόλης. Σε τακτά διαστήματα έγιναν πολλές προσπάθειες να αναδειχθεί, με απαλλοτριώσεις των κτισμάτων, που, αγκαλιασμένα μαζί του, πολλές φορές σε άσχημη κατάσταση, αρνούνταν να το εγκαταλείψουν. Μαγαζιά γνωστά μεταφέρθηκαν, άλλα έκλεισαν τον κύκλο τους και σταμάτησαν τη λειτουργία τους, κατοικίες που στέγασαν ζωές ολόκληρες έμειναν σιωπηλές κι άδειες. Επισκευές από καιρού εις καιρόν, κράτησαν το τείχος, όσο είχε απομείνει, σαν χαρακτηριστικό σημείο των σημερινών οδών Καραολή - Δημητρίου και Ιωσήφ Σήφακα.

Τιμημένα μαχαίρια σαν του σπουδαίου αγωνιστή Σήφακα στόλιζαν τη μέση των γενναίων παλληκαριών, έτοιμα να χρησιμοποιηθούν κάθε δύσκολη ώρα. Κι είχαν πολλά ονόματα, ανάλογα με το σχήμα, το μέγεθος, τον τύπο τους και την εποχή της κατασκευής τους: Το βενετσιάνικο «μπουνιάλο» για τη μέση του ντελικανή και το «ασημομπουνιαλάκι» για τη δαχτυλιδένια μέση της Κρητικοπούλας.
Συνήθως το μαχαίρι αυτό το γυναικείο και κομψότατο, ήταν δώρο από το μνηστήρα της κοπέλας κι έστελνε συγκεκριμένα μηνύματα: Με αυτό θα πλήρωνε η περήφανη κόρη όποιον τολμούσε να σηκώσει τα μάτια πάνω της και να την προσβάλει, αλλά και αυτό θα ήταν η τιμωρία της αν πρόδιδε την υπόσχεσή της στο μέλλοντα σύζυγό της.

Μετά την τουρκική κατάκτηση, το «μπουνιάλο» των παλληκαριών έγινε ο «μπασαλής». Το όνομα προερχόταν από την τουρκική ρίζα «μπας» που σημαίνει ανώτερος, πρώτος, καλύτερος.

΄Οσο θα ζω το μπασαλή, τ' ασημοσκαλισμένο
Αδερφοχτό μου θάχω γω, στη μέση μου ζωσμένο

Ασπρομάνικα ασημομάχαιρα, με λαβές άσπρες, χιονάτες, να συναγωνίζονται την καθαρότητα του αργυρού ολοσκάλιστου θηκαριού τους.

Μαχαίρι για τη Λευτεριά, όπλο μοναδικό ‘σαι
Για αυτό και υπερήφανα στη μέση μου φορώ σε

Μα και μαυρομάνικα, για τον αψύ, άγριο κι πρόσβαρο άντρα, που δεν σήκωνε πολλά στις συναλλαγές και τα αισθήματά του.

Μαχαίρι μαυρομάνικο βαστώ και δε φοβούμαι
Κι όπου αγαπώ μην αγαπάς, γιατί θα σκοτωθούμε...

Με μεράκι και επιτηδιότητα, οι μαχαιράδες τιθάσσευαν το σκληρό μέταλλο, του έδιναν μορφή και σχήμα, έφταχναν λαβές από κέρατο, κόκκαλο, ελεφαντόδοντο, και τα περίφημα φουκάρια, είτε από ξύλο σκεπασμένα με δέρμα, είτε περίτεχνα ασημένια, με σκαλισμένες παραστάσεις διάφορες, φτιαγμένα με επιμονή κι επιδεξιότητα, κυριολεκτικά μικρά αριστουργήματα τέχνης και τεχνικής.

Χανιώτες μαχαιράδες που άφησαν εποχή ήταν ο Νικόλαος Σκουντριδάκης, ο Θεοχάρης Αντωνιάδης, ο Πέτρος Τερεζάκης, ο Ηρακλής Σκαλιδάκης, ο Πέτρος Σπανουδάκης, ο Κώστας Παντελίδης κι ο Μανώλης Σπανουδάκης - ο τελευταίος μάλιστα είχε παραγγελίες από την Ελληνική Πολιτεία κατά το Μεσοπόλεμο και τα ασημομάχαιρά του δίνονταν ως δώρα σε προσωπικότητες της εποχής.

Σιγά σιγά οι εγχάρακτες παραστάσεις και διακοσμήσεις στις λεπίδες των μαχαιριών, έδωσαν τη θέση τους σ' ένα σχέδιο της Κρήτης, σε μερικές περιπτώσεις τα αρχικά ή το όνομα του μαχαιροποιού και μια μαντινάδα, έμπνευση του κατασκευαστή ή επιθυμία του αγοραστή του μαχαιριού, ανάλογα με το σκοπό για τον οποίο το αγόραζε. Οι μαντινάδες μπορεί να είχαν ως θέμα, μεταξύ άλλων, τη γενναιότητα, την ομορφιά, την εκδίκηση, τον έρωτα.

΄Οντε θα παίζεις μαχαιριές, καλά να τσι ξαμώνεις
να τσι σκοτώνεις τσι καρδιές κι όχι να τσι λαβώνεις

Μετά τόσα χρόνια αγώνων που τα Κρητικά μαχαίρια επετέλεσαν το σκοπό τους στα δίσεκτα χρόνια της δουλείας, στους καιρούς της ειρήνης κατέληξαν να είναι πολύτιμα δώρα και δείγματα φιλίας και εκτίμησης. Η πολύ συνηθισμένη μαντινάδα το μαρτυρεί άλλωστε:

Eίμαι μαχαίρι κρητικό, όπλο τιμής και ανδρείας
μα είμαι και ενθύμιο ειλικρινούς φιλίας

Αλλά και...

Eθιμο το 'χω από παλιά, μαχαίρι να χαρίζω
σ' ανθρώπους που τους εκτιμώ και που τους ξεχωρίζω

Η φήμη του Κρητικού μαχαιριού πέρασε τα σύνορα του Νησιού, έφτασε όχι μόνο στην υπόλοιπη Ελλάδα αλλά και σε πολύ μακρινές χώρες του εξωτερικού. ΄Όμως παρά τη μεγάλη ζήτηση, οι μαχαιράδες άρχισαν να χάνονται σιγά σιγά κι έσβησαν τα εφτά καμίνια που άναβαν άλλοτε στα Μπιτσαξίδικα. Οι παλαιότεροι γιατί αποσύρονταν μετά τόσα χρόνια σκληρής δουλειάς κι άλλοι γιατί έφευγαν για το μεγάλο ταξίδι χωρίς να αφήσουν μαθητές ειδικευμένους που θα συνέχιζαν το έργο τους.

Τα Μαχαιράδικα δεν ακούγονται πια σαν Μπιτσαξίδικα κι αναπόφευκτα η κατασκευή του Κρητικού μαχαιριού έχει μπει πια στο ρυθμό της βιομηχανοποίησης και της μαζικής παραγωγής. Ευχής έργον είναι ότι υπάρχουν, έστω λίγοι, νεότεροι τεχνίτες που κράτησαν στην καρδιά τους την τέχνη και το μεράκι της κατασκευής του χειροποίητου και παραδοσιακού Κρητικού μαχαιριού και δουλεύουν με τις τεχνικές και τα μέσα που απαιτεί η παράδοση και η γνησιότητα ενός συμβόλου.

Η οδός Σήφακα ήταν και παραμένει ο διαχρονικός δρόμος των μαχαιράδων στην ιστορία της πόλης. Και παρά το γεγονός ότι τώρα πια και σε πολλές περιπτώσεις, το Κρητικό μαχαίρι έχει γίνει ένα προσφιλές ενθύμιο εύθυμων και ξεγνοιαστων διακοπών Ελλήνων και ξένων επισκεπτών του τόπου μας, παραμένει στις καρδιές εμάς των ντόπιων, σαν ένα αντικείμενο ιερό και τιμημένο.

΄Οποιος εχθρός τα πάτησε τα Κρητικά τα μέρη
τον ετιμώρησε σκληρά το Κρητικό μαχαίρι...



ΖΑΧΑΡΕΝΙΑ ΣΗΜΑΝΔΗΡΑΚΗ